Skip to main content

Φεβρουάριος 2022

Στο πρώτο άρθρο στη στήλη « Ιατρική ΄Αποψη» ο Παθολόγος - Διαβητολόγος Παναγιώτης Τσαπόγας καταγράφει την άποψή του για « Επιθέματα στο διαβητικό έλκος». Ο κ Τσαπόγας είναι Αν. Διευθυντής Γ΄ Παθολογικής Κλινικής – Κέντρο Μεταβολισμού και Διαβήτη, στο Νοσοκομείο « Ερρίκος Ντυνάν».
Ηλίας Ν. Μυγδάλης
Παθολόγος-Διαβητολόγος

Επιθέματα για διαβητικά έλκη: βοηθούν τον έμπειρο λειτουργό υγείας αλλά βλάπτουν σε μη έμπειρα χέρια.

Τα οξέα έλκη - αποτέλεσμα τραυματισμού ή εγκαύματος- σε άτομα χωρίς διαβήτη συνήθως επουλώνονται σε διάστημα λίγων εβδομάδων ή μηνών, αναλόγως του μεγέθους και του βάθους τους, ακολουθώντας μια σειρά φυσιολογικών διεργασιών που έχουν περιγραφεί αρκετά καλά. Στα τέσσερα στάδια επούλωσης (αιμόσταση, φλεγμονή, πολλαπλασιασμός κυττάρων και ωρίμανση /ανακατασκευή του κατεστραμμένου ιστού) συμβάλλουν κυτταροκίνες, αυξητικοί παράγοντες και παράγοντες του αίματος και του εξωκυτταρίου στρώματος. Τοπικοί παράγοντες όπως θερμοκρασία, λοιμώξεις, τάση οξυγόνου και άλλοι επηρεάζουν τις διαδικασίες αυτές, όπως και η ηλικία του ασθενούς και τυχόν συστηματικές παθήσεις. Ο πόνος ωθεί τον πάσχοντα να προστατεύει την πάσχουσα περιοχή και να μη τη χρησιμοποιεί μέχρι να υποχωρήσει η φλεγμονή.

Στα άτομα με διαβήτη συχνά τα έλκη των άκρων ποδών μετατρέπονται σε χρόνια. Στη χρονιότητα των ελκών μπορεί να συμβάλλουν η κακή ρύθμιση της γλυκόζης, η παθολογική μικροκυκλοφορία στο δέρμα, η περιφερική αρτηριοπάθεια, η παθολογική άμυνα έναντι των μικροβίων και τυχόν νεφρική νόσος που συχνά υπάρχουν στα άτομα αυτά, όπως και διάφοροι ψυχοκοινωνικοί λόγοι. Η διαβητική νευροπάθεια, που αμβλύνει ή στερεί την αίσθηση του πόνου από το εξελκωμένο πόδι, συμβάλλει στην συνέχιση της φόρτισης του έλκους, με αποτέλεσμα αυτό να μην αποφορτίζεται και να μην επουλώνεται.

Η επαρκής ενυδάτωση του έλκους και του δέρματος γύρω από αυτό και η αποφυγή ξηρότητας ή διαβροχής, η διέγερση για την παραγωγή νέων υγιών στοιχείων της βασικής μεμβράνης, η καταστολή της φλεγμονής όταν πρέπει και η παραγωγή κοκκιωματώδους ιστού είναι αντικείμενο της δράσης των διαφόρων κυτταροκινών.

Η προσπάθεια εξασφάλισης της επούλωσης και της αποφυγής της χρονιότητας ενός έλκους, ώστε να προληφθούν τυχόν λοιμώξεις και να είναι γρήγορα και πάλι λειτουργικό το πάσχον μέλος, οδήγησε τον άνθρωπο στην χρήση επιθεμάτων. Από τους πανάρχαιους χρόνους περιγράφονται διάφορες ζωικές ή φυτικές ή ανόργανες ουσίες που συνιστούσαν να τοποθετούνται στις πληγές, ώστε να θεραπευθούν γρήγορα. Ορισμένες από αυτές χρησιμοποιούνται παραδοσιακά ακόμη και σήμερα, όπως το κρασί, το λάδι, το μέλι, το λίπος ή ο καπνός. Η τεχνολογία πλέον έχει οδηγήσει στην κατασκευή βιομηχανοποιημένων επιθεμάτων, τα οποία χρησιμοποιούμε για τη θεραπεία των ελκών.

Το κλασικό επίθεμα είναι η αποστειρωμένη γάζα (πλέγμα από ίνες από βαμβάκι, ρεγιόν ή πολυεστέρα) που τοποθετείται στεγνή ή με φυσιολογικό ορό ή υπέρτονο διάλυμα χλωριούχου νατρίου και που προσφέρει σχετική προστασία από βακτηρίδια, απορροφά εξίδρωμα, αλλά χρειάζεται συχνή αλλαγή και μπορεί να προσκολλάται στο έλκος αν δεν έχει υγρανθεί αρκετά. Η γάζα είναι το φθηνότερο επίθεμα.

Υπάρχουν επιθέματα ανάλογα με το εξίδρωμα ή τον κοκκιώδη ιστό του έλκους (υδροκολλοειδή, αλγινικά, αφρώδη, υδροτριχοειδικά), επιθέματα που προσφέρουν καθαρισμό από νεκρούς ιστούς (υδρογέλες, δεξτρανομερή, ένζυμα), όπως και μεμβράνες για στήριξη άλλων επιθεμάτων, αντιμικροβιακά επιθέματα (με Ag), αναλγητικά (με ιβουπροφαίνη), αυξητικοί παράγοντες, υποκατάστατα δέρματος και άλλοι τύποι επιθεμάτων λιγότερο διαδεδομένοι.

Τα ιδανικά επιθέματα πρέπει (α’) να εξασφαλίζουν υγρό περιβάλλον στο έλκος, (β’) να επιτρέπουν την ανταλλαγή των αερίων μεταξύ του έλκους και του περιβάλλοντος, (γ’) να προστατεύουν το έλκος από μικρόβια, (δ’) να διατηρούν τη σωστή θερμοκρασία ώστε να μην παρεμποδίζεται η ροή του αίματος, (ε’) να είναι στείρα, (στ’) να μην προκαλούν αλλεργία, (ζ’) να μην είναι τοξικά, (η’) να προάγουν τη μετανάστευση κυττάρων στην επιδερμίδα, (θ’) να προάγουν την αγγειογένεση και τη σύνθεση συνδετικού ιστού, (ι’) να μην επικολλώνται στο έλκος ώστε να αφαιρούνται εύκολα, (ια’) να έχουν δράση καθαρισμού των νεκρών ιστών ώστε να ευνοούν τη μετανάστευση των λευκών αιμοσφαιρίων και να υποστηρίζουν την συγκέντρωση των ενζύμων, (ιβ’) να είναι διαφανή ώστε να επιτρέπουν την παρατήρηση του έλκους, (ιγ’) να λειτουργούν και μέσα στο κλειστό περιβάλλον (υπόδημα) και να μην καταλαμβάνουν μεγάλο όγκο μέσα σ’ αυτό, (ιδ’) να είναι ανθεκτικά στην τριβή και στην πίεση και (ιε’) να μην είναι ακριβά.

Ιδανικά επιθέματα δεν υπάρχουν, αλλά ούτε μπορούν όλα τα είδη επιθεμάτων να χρησιμοποιούνται σε κάθε είδους έλκος. Διαφορετικό επίθεμα χρησιμοποιείται σε έλκος με μεγάλη ή μικρότερη παραγωγή εξιδρώματος, με λοίμωξη, με νέκρωση ή γάγγραινα, με μεγάλο ή μικρό βάθος.

Ενώ τα επιθέματα σε έμπειρα χέρια λειτουργών υγείας βοηθούν σημαντικά στην επούλωση των ελκών, μπορούν να επιπλέξουν επικίνδυνα ένα έλκος ή να καθυστερήσουν τη θεραπεία του. Μπορεί να παρατηρηθούν δερματικές αντιδράσεις (ερεθισμός – φλεγμονή – απολέπιση), διαβροχή λόγω παρατεταμένης παραμονής μεγάλης ποσότητας εξιδρώματος κάτω από επίθεμα που εφαρμόζεται υδατοστεγώς, ξηρότητα του έλκους ή έμφραξη του πυθμένα του έλκους από πολύ σφιχτή εφαρμογή. Επιθέματα που δεν αλλάζονται συχνά μπορεί να προκαλέσουν βλάβες που θα αργήσουν να γίνουν αντιληπτές.

Ίσως για το λόγο αυτό όταν λείπει η εμπειρία για τη χρήση συγκεκριμένου τύπου επιθέματος σε συγκεκριμένο τύπο έλκους, να είναι προτιμότερη η χρήση της απλής αποστειρωμένης γάζας, εμποτισμένης με φυσιολογικό ορό. Είναι η πλέον ακίνδυνη, αλλάζεται καθημερινά ή και δυο φορές την ημέρα αν καλύπτει έλκος με πολύ εξίδρωμα και δεν έχει σημαντικό οικονομικό κόστος.

Παναγιώτης Τσαπόγας
Παθολόγος-Διαβητολόγος